Ο τελευταίος ευρωπαϊκός αγώνας της φετινής σεζόν ήταν σίγουρα γεμάτος μάχες, στρατηγική, λάθη, αλλά κυρίως εμπέδωση του “μαθήματος” της προηγούμενης εβδομάδας: η Ferrari έχει νέο αστέρι, και αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι – και για την Σκουντερία αλλά και για την F1 συνολικά. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή...


 

Στις κατατακτήριες, είχαμε τρία σημαντικά γεγονότα: τα πρώτα δύο αφορούσαν οδηγούς, και συγκεκριμένα τους Vettel και Bottas, με τον πρώτο να ελέγχεται για τυχόν έξοδο στο Q3 στην τελευταία στροφή και τον δεύτερο για τερματισμό γύρου σε καθεστώς κόκκινης σημαίας, πάλι στο Q3.


Αθωώθηκαν και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. O Vettel, παρά το γεγονός πως το ευρέως διαδεδομένο replay έδειχνε και τους τέσσερις τροχούς του εκτός πίστας (=παραβίαση), αποδείχτηκε πως υπήρχαν και άλλες λήψεις οι οποίες, σύμφωνα με τους αγωνοδίκες, έδειχναν πως πατούσε την γραμμή (=νόμιμο), και συνεπώς, έχοντας τεκμήρια και για τις δύο αποφάσεις...κράτησαν την αρχική, η οποία έβγαζε νόμιμο τον Γερμανό.


Ομοίως αθωώθηκε και o Bottas, αφού παρά το γεγονός πως ήταν μερικά μέτρα πίσω από την γραμμή εκκίνησης τερματισμού όταν οι ενδείξεις στα πέριξ της πίστας έγιναν κόκκινες, αυτές στο τιμόνι του δεν άλλαξαν παρά μερικά δευτερόλεπτα μετά. Και υπάρχει μια πολύ καλή εξήγηση για αυτό: σε αντίθεση με τους πίνακες περιμετρικά της πίστας, η ένδειξη στα τιμόνια των οδηγών ενεργοποιείται χειροκίνητα μερικά δευτερόλεπτα μετά, προφανώς ως μέτρο failsafe για ανθρώπινο λάθος – και αυτά τα δευτερόλεπτα αποδείχτηκαν αρκετά για να ολοκληρώσει τον γύρο του ο Φιλανδός, ο οποίος τον έφερε στην τρίτη θέση, με τους οδηγούς να ετοιμάζονται για τα τελευταία τους περάσματα από την πίστα...

 

...τα οποία δεν έγιναν ποτέ, σε ένα από τα πιο παράξενα – και τραγελαφικά – συμβάντα που υπήρξαν εδώ και πολλά χρόνια. Βλέπετε, στην Monza είναι υψίστης σημασίας το slipstream, το οποίο έδινε σύμφωνα με τις ομάδες περίπου 0,2 δευτερόλεπτα στον γύρο, και όπως ήταν φυσικό όλοι έτρεξαν να το εκμεταλλευτούν.

Έτρεξαν είπα; Όχι ακριβώς: όταν το χρονόμετρο έδειχνε μόλις 2 λεπτά για την λήξη της διαδικασίας, θεωρήθηκε σκόπιμο από όλους ανεξαιρέτως να βγούνε, οδηγώντας σε σκηνές απείρου κάλλους, με 2 και 3 μονοθέσια να είναι πλάι-πλάι, στην αναζήτηση ενός καλού “παρτενέρ” μπροστά τους ο οποίος θα τους έδινε το πολυπόθητο boost.


Βέβαια, περίπου στα μέσα του γύρου εισόδου, οι οδηγοί (οι οποίοι στο σύνολο τους καθυστερούσαν, προφανώς για να βρουν το “σωστό” μονοθέσιο μπροστά τους) συνειδητοποίησαν πως σε μια πίστα με γυρολόγιο κατατακτήριων 1:19:000, τα 2 λεπτά είναι πολύ λίγος χρόνος για να βγεις, πόσο μάλλον για να θερμάνεις τα ελαστικά – και κάπως έτσι, με μοναδικές εξαιρέσεις τους Sainz Jr. και Leclerc (οι οποίοι πρόλαβαν για δέκατα του δευτερολέπτου), και φυσικά τον Kimi που έιχε τρακάρει στην Parabolica μερικά λεπτά πριν, οι υπόλοιποι οδηγοί του Q3 πέρασαν την γραμμή αφότου είχε πέσει η καρό σημαία – προς χαρά του Leclerc και των τιφόζι, οι οποίοι έβλεπαν το νέο τους wonderkid να παίρνει την δεύτερη σερί pole, ακολουθούμενος από τις δύο Mercedes και τον ομόσταυλο του.

 

 

Στον αγώνα, τα πάντα ήταν ανοιχτά: στις προσομοιώσεις αγώνα στην δεύτερη περίοδο των ελεύθερων δοκιμών, οι χρόνοι των δύο πρωτοπόρων φαινόντουσαν παραπλήσιοι, και η εκκίνηση θα έκρινε πολλά...όμως η πρώτη τετράδα έμεινε ίδια και απαράλλαχτη μετά την πρώτη στροφή, αν και ο Bottas πέρασε τον ομόσταυλο του αρχικά – αλλά ο Hamilton είχε την καλύτερη γραμμή και ξανακέρδισε την δεύτερη θέση.


Οι διαφορές είχαν παγιωθεί μετά από μερικούς γύρους, μέχρι που στον 6ο, ο Sebastian Vettel έβαλε το τελευταίο καρφί (ταβανόπροκα, θα έλεγε κάποιος κυνικός) στο φέρετρο της καριέρας του στην Σκουντερία. Το θέμα δεν είναι το λάθος του όταν ο Γερμανός πάτησε στα κέρμπ στην Ascari και βγήκε εκτός πίστας – ούτως ή άλλως, είναι το 6ο (!) σοβαρό λάθος του σε 14 μήνες – αλλά το τι ακολούθησε μετά: όντας εκτός πίστας, ο Seb δεν τήρησε τον βασικό κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις: πως πριν ο οδηγός ξαναμπεί στην πίστα, πρέπει να έχει βεβαιωθεί πως δεν υπάρχει μονοθέσιο κοντά του. Ο Vettel δεν κοίταξε ποτέ, και μπήκε σχεδόν αμέσως, προς κακή τύχη του επερχόμενου Lance Stroll, ο οποίος (παρά την αντίδραση του) ακούμπησε την πτέρυγα της Ferrari και βρέθηκε με την σειρά του εκτός πίστας, κάνοντας μετά το ίδιο λάθος με τον Γερμανό, με τον Albon να είναι ο μεγάλος άτυχος της υπόθεσης, αφού απέφυγε τον Καναδό αλλά βρέθηκε στην αμμοπαγίδα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο.


 

Το σημαντικό της υπόθεσης εδώ δεν είναι τόσο το λάθος του Vettel – όπως προανέφερα, μας έχει συνηθίσει σε τέτοια τον τελευταίο χρόνο – αλλά το ότι για πρώτη φορά, ο ίδιος έδειξε παντελή έλλειψη κριτικής σκέψης, διακινδυνεύοντας τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους οδηγούς, σε μια αλληλουχία γεγονότων ανεπίτρεπτη για έναν τετράκις παγκόσμιο πρωταθλητή. Το ποτήρι πλέον για τον Γερμανό έχει αδειάσει πλήρως: μπορεί ο Mattia Binotto να δήλωνε πως οι οδηγοί του έχουν συμβόλαιο και για το 2020, αλλά το συγκεκριμένο λάθος του Sebastian (και σε μια πίστα που η ομάδα του τον χρειαζόταν ως μοχλό πίεσης στην Mercedes) το πιθανότερο είναι να βάλει σε σκέψεις τους ιθύνοντες της Ferrari, για το αν θα δώσουν του χρόνου 50,000,000σε έναν οδηγό με τόσο χαμηλή απόδοση.


Finito la musica, passato la festa” λοιπόν για τον Vettel, στον οποίο η γνωστή ιταλική φράση ταιριάζει γάντι: μια πορεία που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες το 2015, φαίνεται να περνάει τις τελευταίες – και χειρότερες – μέρες της, προς αμηχανία όλων των εμπλεκομένων – στην νεότερη ιστορία της F1 και άλλοι οδηγοί, όπως ο Damon Hill, o Jacques Villeveuve (και ο Lewis Hamilton, άμα τραβήξουμε τον όρο) έκαναν κακές χρονιές ή/και δεν ξαναεπανήλθαν ποτέ μετά από τους τίτλους που κέρδισαν. Ποτέ όμως δεν έχει ξαναγίνει μια τέτοια κατάρρευση – οδηγική, πνευματική, μιντιακή – ενός πρώην πρωταθλητή, πόσο μάλλον τετράκις, οδηγώντας έτσι τον οργανισμό Ferrari σε μια αμήχανη (και ουσιαστικά ανούσια) στήριξη, παρά το γεγονός πως το κέντρο βάρους στο Maranello, όπως λέγαμε και την προηγούμενη φορά, έχει μετατοπιστεί πλήρως...


...στον Charles Leclerc, ο οποίος πήρε την δεύτερη νίκη της καριέρας του, και μια που θα μνημονεύεται για χρόνια. Όχι για βαθμολογικούς λόγους (το πρωτάθλημα από τις αρχές του καλοκαιριού έχει το όνομα του Lewis Hamilton πάνω του), ούτε καν τόσο για τους γνωστούς σημειολογικούς λόγους σύνδεσης Ferrari – Ιταλίας, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο ήρθε αυτή. Από τον 21ο μέχρι τον 53ο και τελευταίο γύρο, ο Μονεγάσκος είχε – πρακτικά – συνέχεια μια Mercedes λιγότερο από 2 δευτερόλεπτα πίσω του, αρχικά του Lewis Hamilton και στο τέλος του Valtteri Bottas (ως αποτέλεσμα της λανθασμένης επιλογής medium ελαστικών στο pit stop του Βρετανού), αλλά δεν έχασε στιγμή την πρωτοπορία.

 


Φαινομενικά, η μεγαλύτερη πιθανότητα προσπέρασης υπήρχε αμέσως μετά το pitstop του Leclerc: ένας γρήγορος γύρος εισόδου τον έφερε οριακά μπροστά από τον Hamilton, ο οποίος όμως είχε μια σκάλα μαλακότερα ελαστικά και συνεπώς πλεονέκτημα σε απόλυτο ρυθμό αγώνα. Μερικούς γύρους μετά, ο Βρετανός έκανε την πρώτη κίνηση του, παίρνοντας το tow από την Renault του απερχόμενου Nico Hulkenberg και κάνοντας κίνηση προσπεράσματος από την εξωτερική στο δεύτερο σικέιν – αλλά ο Μονεγάσκος δεν του άφησε χώρο, αναγκάζοντας τον οδηγό της Mercedes να κόψει το σικέιν, χωρίς να χάσει χρόνο πάντως, ενώ και ο Leclerc δέχτηκε μαύρη και άσπρη σημαία – το αντίστοιχο της κίτρινης κάρτας – για αυτή την κίνηση.


(Κάπου εδώ πέρα, πρέπει να τονίσουμε πάλι την ανάγκη η F1 σαν οργανισμός να φτιάξει ένα σταθερό σύνολο κανόνων για τέτοιες περιπτώσεις, όχι με την συμβολή των ομάδων, οι οποίες κοιτάνε το συμφέρον τους – για παράδειγμα, ο Toto Wolff ανέφερε πως ο Leclerc θα έπρεπε να τιμωρηθεί παρά το γεγονός πως μερικούς μήνες νωρίτερα έλεγε πως οι σκληρές μάχες θα είναι “καλές για το σπορ” και πως η F1 “χρειάζεται λίγο βρώμικο παιχνίδι” (dirtiness στο πρωτότυπο) – αλλά με την συμβολή των άμεσα εμπλεκομένων, δηλαδή των οδηγών, αλλά και παλιών ανθρώπων του motorsport. Αυτή η αβεβαιότητα και η case-by-case εφαρμογή των ποινών, μόνο κακό μπορεί να κάνει στο θέαμα και στο άθλημα συνολικά.)


Η δεύτερη ευκαιρία του Hamilton – ο οποίος ήταν φανερό πλέον πως δύσκολα θα έπαιρνε την νίκη, αφού τα ελαστικά του ήταν σε κακή κατάσταση – ήρθε στον 36ο γύρο: ο οδηγός της Ferrari μπλόκαρε τα φρένα, αλλά κατάφερε και κράτησε το μονοθέσιο εκτός παραδρόμου, κόβοντας το σικέιν και χάνοντας πάντως χρόνο από τον Hamilton, αλλά και τον επερχόμενο Bottas, ο οποίος είχε αλλάξει ελαστικά αρκετά αργότερα από τους πρωτοπόρους και ήταν πάνω από ένα δευτερόλεπτο ταχύτερος στον γύρο.


Το γεγονός πως ο Βρετανός κέρδισε χρόνο από το συμβάν, μάλλον έπαιξε ρόλο στην μη διερεύνηση του από τους αγωνοδίκες – παρά τα παράπονα των Hamilton και Wolff προς την διοργανώτρια αρχή. Κάπου εκεί πέρα έγινε φανερό πως τα medium ελαστικά του πεντάκις παγκόσμιου πρωταθλητή δεν θα έφταναν μέχρι τον 53ο γύρο, και η πιθανότητα να ζητηθεί αλλαγή θέσεων από το pitwall της Mercedes προς όφελος του μακράν γρηγορότερου Bottas φάνταζε αναπόφευκτη πλέον.


Ο ίδιος ο Hamilton τελικά έβγαλε τα Ασημένια Βέλη από την δύσκολη θέση, έστω και έμμεσα: μετά από ένα μεγάλο μπλοκάρισμα στο τέλος της ευθείας εκκίνησης – τερματισμού, αναγκάστηκε να κάνει ότι είχε αποφύγει ο Leclerc μερικούς γύρους νωρίτερα, χρησιμοποιώντας τον παράδρομο και ανοίγοντας τον δρόμο για τον ομόσταυλο του να κυνηγήσει τον οδηγό της Ferrari και να αποτρέψει την πρώτη νίκη της Σκουντερία εντός έδρας μετά από 9 χρόνια.

 


Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο αγώνας ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του Bottas: ο Φιλανδός είχε και μαλακότερα (Medium) αλλά και 8 γύρους πιο φρέσκα ελαστικά σε σύγκριση με τον Μονεγάσκο, ο οποίος σίγουρα καταπόνησε τα δικά του μετά από τόσους γύρους μάχης με τον Hamilton.


Δεν είχε υπολογίσει όμως στο μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ferrari – σε πλήρη αντίθεση με το σασί της, το μοτέρ της Σκουντερία είναι πραγματικά εξαιρετικό, με την δύναμη του να φαίνεται στην έξοδο της Parabolica, από την οποία το κόκκινο μονοθέσιο επιτάχυνε συνεχώς καλύτερα από τις Mercedes, αποτρέποντας έτσι οποιαδήποτε σκέψη προσπέρασης.


Μαζί με μερικά μικρά – αλλά κρίσιμα – λάθη του Φιλανδού, τα παραπάνω είναι ο λόγος που ο Leclerc δεν ένιωσε ποτέ ιδιαίτερα καυτή την ανάσα του Bottas, και η σωστή διαχείριση των ελαστικών του (σε μία από τις λίγες φορές τα τελευταία χρόνια που η Ferrari έκανε καλύτερη επιλογή στρατηγικής από την Mercedes) του έδωσε την δυνατότητα να μην απειληθεί από τον έτερο οδηγό της Merc – και να δει πρώτος την καρό σημαία, με τους πάνω από 150,000 (κυρίως) τιφόζι να είναι εκστασιασμένοι με τον πρώτο τους “τοπικό” νικητή από το 2010 και τον Fernando Alonso.


Σίγουρα η νίκη του Μονεγάσκου δεν προήλθε από μια αλάνθαστη εμφάνιση, όμως πέρα από τα δύο του λάθη, δεν υπάρχουν πολλοί οδηγοί που θα άντεχαν στην πίεση του – αδιαμφισβήτητα – καλύτερου οδηγού του grid επί τόσους γύρους, δείχνοντας ταυτόχρονα την στόφα μεγάλου οδηγού που φαίνεται να υπάρχει στον Leclerc. Σε συνδυασμό με το (ακόμα ένα) άθλιο τριήμερο του Sebastian Vettel, ο νεαρός οδηγός της Σκουντερία έκαμψε κάθε αμφιβολία για το #1 της Ferrari – και έγραψε ίσως την πρώτη χρυσή σελίδα σε ένα βιβλίο που από ότι φαίνεται θα έχει πολλές ακόμα.

 


Πέρα από αυτά, λίγα άλλαξαν στην “μεγάλη εικόνα” της σεζόν: ο Lewis Hamilton είναι εν δυνάμει πρωταθλητής και τρέχει στους εναπομείναντες αγώνες μόνο και μόνο για να κυνηγήσει και άλλα ρεκόρ, το μονοθέσιο της Ferrari παραμένει “δομικά λάθος” παρά τις δύο σερί νίκες, και αναμένεται να πέσει πάλι πίσω από τον ανταγωνισμό στο υπόλοιπο της σεζόν, και προμηνύεται μεγάλη μάχη μεταξύ Leclerc – Verstappen για την 3η θέση στο Πρωτάθλημα Οδηγών, ως ένα πιθανό πρελούδιο στις μελλοντικές μάχες τους για τον τίτλο.


Fun fact: ποιος είναι ο προηγούμενος οδηγός της Ferrari, ο οποίος στην πρώτη του σεζόν στην Σκουντερία, με ένα επίσης άθλιο μονοθέσιο, πήρε δυο σερί νίκες σε Βέλγιο και Monza; Δεν ξέρω αν ο Leclerc θα μπορέσει να του μοιάσει, αλλά ελπίδα όλων των φίλων της Ferrari είναι να τα καταφέρει.


+1 Βάσει των προσδοκιών(και εξαιρουμένης της Ferrari), καμία ομάδα δεν αποτέλεσε τόσο μεγάλη απογοήτευση φέτος όσο η Renault, η οποία ξεκίνησε την χρονιά περιμένοντας να είναι κοντά στην Red Bull, ως αποτέλεσμα του πλάνου που ξεκίνησε το 2015 – και ανέφερε νίκες για το 2020. Μπορεί οι νίκες να φαίνονται ακόμα πολύ μακριά, όπως και η τρίτη θέση στους κατασκευαστές, αλλά αυτό το τριήμερο ήταν το καλύτερο της Γαλλικής ομάδας από την επιστροφή της στο σπορ: 4η και 5η θέση, με τον Hulkenberg μάλιστα να περνάει προσωρινά τον Sebastian Vettel μετά την εκκίνηση, και στην συνέχεια του αγώνα να παίρνει σχετικά άνετα τις καλύτερες εκτός βάθρου θέσεις, με τον Alexander Albon της Red Bull να είναι η μόνη απειλή κοντά τους. Όπως και με την Ferrari, το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι ικανό να διαγράψει μια κάκιστη χρονιά – αλλά είναι μια αρχή.


+2 Στους Best of the Rest τώρα, γίνεται σφαγή: μόλις 37 πόντοι χωρίζουν την 4η McLaren από την 7η Racing Point (οι Alfa Raikkonen Romeo και Haas είναι πιο πίσω - όσα λιγότερα πούμε για την Williams, τόσο το καλύτερο) και όλα είναι πιθανά, με τις Renault και Toro Rosso να καραδοκούν. Φυσιολογικά η Renault καίγεται πιο πολύ από όλους, με τον Cyril Abiteboul να παίζει το κεφάλι του – ενώ και η επικοινωνιακή αλλά κυρίως πολιτική ήττα εάν η “πελάτης” McLaren τερματίσει πάνω από την εργοστασιακή ομάδα του προμηθευτή της, θα είναι πολύ μεγάλη.


Επόμενη στάση: Σιγκαπούρη, όπου η σειρά δυναμικότητας θα αλλάξει, με τις Mercedes και Red Bull να παίρνουν τα ηνία από την Ferrari και να παλεύουν για την νίκη στο πιο downforce-heavy σιρκουί στο καλεντάρι μαζί με το Mονακό. Πολλές ομάδες θα λανσάρουν τις τελευταίες χρονικά αναβαθμίσεις τους για φέτος (η Σιγκαπούρη αποτελεί παραδοσιακά το σημείο μέσα στην χρονιά που όλο το R&D μεταφέρεται στο επόμενο μονοθέσιο) αλλά καμία από αυτές δεν φαίνεται πως θα κάνει την διαφορά. Όπως είναι σύνηθες σε τέτοιες πίστες, οι κατατακτήριες θα κρίνουν πάρα πολλά για την έκβαση του αγώνα – αν και οι εκπλήξεις είναι σύνηθες φαινόμενο στο μικρότερο κράτος της Νοτιοανατολικής Ασίας.