Αυτό που είδαμε στην Ρωσία φέτος δεν ήταν τόσο θεαματικό εντός πίστας όσο εκτός, με εντολές, γκρίνια στο team radio, εγκαταλείψεις - “και στο τέλος, πάντα νικούν οι Γερμανοί”, όπως είπε και ο Gary Lineker…


















































































Για να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι πριν μπούμε στο ζουμί του άρθρου: Σε καμία περίπτωση το γεγονός πως επί 4 συναπτά άρθρα (να τα εκατοστήσουμε!) αυτή η στήλη ασχολείται κυρίως με μια συγκεκριμένη ομάδα με κόκκινο μονοθέσιο και ένα συμπαθέστατο τετράποδο για σήμα, σημαίνει πως η στήλη (ή και το site ακόμα) είναι Ferrari-κεντρικά. Απλά σε σχεδόν όλες τις άλλες εκφάνσεις της, η F1 είναι σε χειμερία νάρκη από την άποψη του ενδιαφέροντος, με το πρωτάθλημα να έχει κριθεί εδώ και μήνες - λίγες μετακινήσεις οδηγών - γενικά, λίγο δράμα, και έχεις το μεγαλύτερο όνομα του σπορ να κάνει σερί καλές εμφανίσεις, ένα νέο αστέρι να γεννιέται ΚΑΙ ίντριγκα εντός και εκτός Maranello. Φταίω; Δεν φταίω!














































Στον αγώνα τώρα, είδαμε σχεδόν μια τέλεια αναστροφή των γεγονότων της προηγούμενης εβδομάδας: Οι Vettel-Leclerc αντάλλαξαν ρόλους και θέσεις, το undercut δούλεψε στο περίπου, και το Safety Car που τόσο (πάλι) ήθελε η Mercedes της έκανε την χάρη και βγήκε στο κατάλληλο σημείο, δίνοντας στα ασημί βέλη την νίκη (και ένα ανέλπιστο 1-2) που τόσο ήθελαν – αφήνοντας την κύρια αντίπαλο τους όχι τόσο νικημένη όσο με διαλυμένη εικόνα, η οποία μπορεί να παίξει ρόλο όχι στο υπόλοιπο της σεζόν, αλλά στο 2020...














































...αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Στην εκκίνηση, καλύτερα από όλους (πέραν του Kimi που...βιάστηκε λίγο) έφυγε ο Sebastian Vettel, ο οποίος αφού πέρασε τον Lewis Hamilton στα πρώτα μέτρα, πήρε το slipstream από τον poleman Charles Leclerc (ο οποίος δεν έκανε καμία κίνηση για να το διακόψει ή/και να αμυνθεί). Όλα φαινόντουσαν να πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο για την Ferrari, μέχρι στον 6ο γύρο ο Leclerc να δεχτεί ένα – απλό και κατανοητό – team radio: “ο Seb θα σε αφήσει να περάσεις στον επόμενο γύρο”.
















































































































Αρχικά, υπήρχε ένα μεγάλο ερωτηματικό πάνω από τα κεφάλια όλων των θεατών: για ποιον λόγο, αφού πέρασε καθαρά τον Μονεγάσκο στην εκκίνηση, ο Vettel πρέπει να χάσει την θέση του;




































































































2 γύρους μετά, και αφού ο Charles μίλησε για μια συγκεκριμένη χάρη που έκανε στον Γερμανό, η απάντηση έγινε φανερή: υπό τον φόβο του Hamilton, η Ferrari είχε σχεδίασει την εκκίνηση – παρά το γεγονός πως σε κάθε εκκίνηση ενός αγώνα υπάρχουν πάρα πολλοί αστάθμητοι παράγοντες, όπως σωστά παρατήρησαν οι σχολιαστές του συνδρομητικού καναλιού – όπως ήθελε: ο Vettel, έχοντας το πλεονέκτημα της πιο πίσω θέσης (και άρα καλύτερης επιτάχυνσης), θα έπαιρνε το tow από τον Leclerc που ήταν ακριβώς μπροστά του – μαζί με το πλεονέκτημα έναντι της Mercedes του Βρετανού, την οποία θα περνούσε εύκολα μαζί με τον Leclerc. Και όταν, 1-2 γύρους μετά, τα κόκκινα μονοθέσια απομακρυνόντουσαν από τον Hamilton, ο Vettel θα επέστρεφε την χάρη, αφήνοντας τον Leclerc μπροστά.














































Αρχικά – και αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προσπάθεια υπεράσπισης της Ferrari – η εντολή που δόθηκε δεν είναι όμοια με αυτή της Mercedes στο προηγούμενο grand prix, ή της Ferrari στην Γερμανία το 2010, ή ακόμα και της Jordan στο Σπα το ‘98 – κοινώς, δεν είναι εντολή προσπεράσματος (και μη) “με το έτσι θέλω”, αλλά απλά απονομή δικαιοσύνης, όσο αυτή υπάρχει στην F1 τέλος πάντων: χωρίς την βοήθεια του Leclerc, ο Vettel θα ήταν από την εξωτερική στην πρώτη στροφή και με χαμηλότερη ταχύτητα, συνεπώς, μάλλον δεν θα έστριβε πρώτος. Τα προσυμφωνημένα μεταξύ των οδηγών της Scuderia αυτά έλεγαν, σε κάθε περίπτωση – υπό τον φόβο ο Hamilton να περνούσε τον Leclerc και να κατέληγε μπροστά ή ανάμεσα στις δυο Ferrari.














































Βέβαια, το σχέδιο της Ferrari έπαιρνε ως δεδομένο πως ο Μονεγάσκος θα ήταν ταχύτερος του Vettel, όπως ίσχυε όλο το τριήμερο. Κάποιος ξέχασε μάλλον να ενημερώσει περί αυτού τον Γερμανό, ο οποίος έκανε συνεχόμενους ταχύτερους γύρους, αυξάνοντας την διαφορά του από τον teammate του, ενώ και οι δύο τους ταυτόχρονα γκρίνιαζαν από ασυρμάτου για την κατάσταση.














































Η τελευταία πρόταση αποτελεί και το μεγαλύτερο λάθος της Ferrari στον χτεσινό αγώνα: αντί να πουν στους οδηγούς πως η αλλαγή θα γίνει στα πιτς, ή ακόμα και να τους παροτρύνουν να ακολουθήσουν την πατροπαράδοτη σχολή “διανθίζω τον λόγο μου με μπόλικα Γαλλικά προκειμένου να μην είναι κατάλληλο για μετάδοση, τουλάχιστον σε μορφή εκτός σημάτων Morse”, το εσωτερικό δράμα της Ferrari παιζόταν σε live εικόνα και ήχο, και αυτό αποτελεί ξεκάθαρα (τεράστια) ευθύνη του pitwall της.














































Όλως παραδόξως, η γκρίνια στο team radio δεν επηρέαζε καθόλου τον ρυθμό των κόκκινων μονοθεσίων: η διαφορά του 1ου Vettel και του 3ου Hamilton ήταν σταθερά στα 6-7 sec. (και ο Bottas ήταν σχεδόν ένα ολόκληρο pitstop πίσω τους!) και ο Leclerc ανάμεσα τους δεν μπορούσε να πλησιάσει την έτερη Ferrari – γεγονός που ώθησε τους Ιταλούς να τον βάλουν στα pits πρώτο από όλους τους πρωτοπόρους.














































Στον αντίποδα βέβαια, τα πράγματα ήταν...ευνοικά: μπορεί ο Hamilton να μην ήταν σε θέση να ακολουθήσει τον ρυθμό των Ferrari (“αυτοί οι τύποι είναι πολύ γρήγοροι” έλεγε στο team radio) αλλά η – μηδενική – φθορά των medium ελαστικών του σήμαινε πως μπορούσε να τα τραβήξει 15 γύρους (!) παραπάνω από το κανονικό, δίνοντας του καινούρια soft γόμα στο τελευταίο τρίτο του αγώνα – από την άλλη βέβαια, ο Valtteri Bottas βρισκόταν πάνω από 15 δευτερόλεπτα πίσω του, μην μπορώντας να βρεθεί σε θέση από την οποία μπορούσε να επηρεάσει τον αγώνα. (Ακόμα.)














































Με αυτά και με αυτά – και με τεράστια βλάβη της εικόνας της – το ρίσκο της Ferrari φαινόταν να πιάνει: η αλλαγή μεταξύ των οδηγών της έγινε στα πιτς (με την δοκιμασμένη λύση του undercut), ο Χάμιλτον ακόμα δεν είχε αλλάξει ελαστικά, και το 1-2 φαινόταν πολύ πιθανό...














































...μέχρι που το κομμάτι του κινητήρα της Ferrari το οποίο ελέγχει τα ηλεκτρονικά του μονοθεσίου (και το οποίο δεν είχε αλλάξει από την αρχή της χρονιάς στο μονοθέσιο του Vettel) παρέδωσε πνεύμα μερικές στροφές μετά από την έξοδο του από τα pit, αλλάζοντας άρδην την εικόνα του αγώνα και αναγκάζοντας το αυτοκίνητο ασφαλείας να βγεί για 6η φορά στους τελευταίους δύο αγώνες.














































Τώρα βέβαια, υπήρχε μια ειδοποιός διαφορά: το safety car ευνοούσε φανερά την Mercedes, η οποία χωρίς να χάσει χρόνο έτρεξε να βάλει και τα δύο της μονοθέσια στα pits: και αν η διαφορά του Bottas από τους πρωτοπόρους δεν τον άφησε να περάσει τον Leclerc, ο Hamilton βρέθηκε από την πίσω πόρτα να οδηγεί τον αγώνα με καινούρια soft γόμα (έναντι της medium του Leclerc) και είχε μια χρυσή ευκαιρία να πάρει μια νίκη η οποία μερικούς γύρους πιο πριν φάνταζε ανέλπιστη.














































Αυτό το τελευταίο γεγονός – το μειονέκτημα στα ελαστικά του Μονεγάσκου απέναντι στον Βρετανό – έθεσε σε σκέψεις τους υπεύθυνους στρατηγικής της Ferrari, οι οποίοι υπό καθεστώς safety car τράβηξαν τον μοναδικό εναπομείναντα οδηγό τους για μια ακόμα αλλαγή ελαστικών – από μέση σε μαλακή γόμα - χάνοντας την 2η θέση από τον Bottas αλλά κερδίζοντας σε ρυθμό και πιθανότητες να πιάσει τον Hamilton - αρκεί να περάσει τον Bottas πρώτα.
















































































































Αυτό το τελευταίο, δεν έγινε ποτέ: αν και η πιθανότητα η Σκουντερία να είπε στον Charles να μειώσει την ισχύ του κινητήρα για να μην πάθει τα ίδια με τον teammate του δεν μπορεί να απορριφτεί, ο Valtteri δεν άφησε σε καμία περίπτωση τον Leclerc έστω και να σκεφτεί να τον προσπεράσει, δίνοντας την ευκαιρία στον teammate του – ο οποίος, έχοντας πεδίο δόξης λαμπρό μπροστά του, ξεκίνησε να γεμίζει με μοβ χρώμα τα χρονόμετρα – να χαθεί στον ορίζοντα, και τελικώς δίνοντας στα ασημί βέλη ένα χαλαρό 1-2 που πριν τον αγώνα φάνταζε ουτοπικό – και βυθίζοντας την Ferrari σε μια κρίση που μπορεί να φανεί κρισιμότατη για το άμεσο μέλλον του Cavallino Rampante.














































Όπως έχουμε ξαναπεί, η Ferrari από το 1996 και μετά έχει ένα πολύ συγκεκριμένο πλάνο: έναν οδηγό να πηγαίνει για πρωτάθλημα, και έναν να φυλάει τα νώτα του πρώτου. Εδώ πέρα όμως, κανένας από τους δύο οδηγούς δεν φαίνεται διατεθειμένος να συμβιβαστεί με το #2, ούτε η δυναμικότητα της Ferrari (εκτός συγκλονιστικού απροόπτου) θα είναι τέτοια που θα επιτρέπει την ελεύθερη μάχη μεταξύ των οδηγών της χωρίς μεγάλες βαθμολογικές απώλειες. Φυσικά, υπάρχει και η ιστορικά αποδεδειγμένη πλέον αλήθεια – από την Ferrari το 1982 και την McLaren το 1989 μέχρι την Mercedes το 2014-16 και την McLaren πάλι το 2007 – πως δύο ισάξιοι οδηγοί σε μία ομάδα πρωταθλητισμού είτε θα χαλάσουν τις ελπίδες του άλλου για τον τίτλο (αν το μονοθέσιο δεν τρέχει μόνο του) είτε θα αφήσουν καμένη γη πίσω τους – ή και τα δύο.














































Ο Sebastian Vettel, από την μια, έχει το πλεονέκτημα των 4 πρωταθλημάτων στο παλμαρέ του, όπως επίσης και την πεποίθηση πως αφού “έχτισε” την ομάδα στις άγονες χρονιές 2014-16, αξίζει να είναι εκείνος η αιχμή του δόρατος. Ο Charles Leclerc, από την άλλη, έχει το πλεονέκτημα της ηλικίας: μόλις 21 ετών, εκτός συγκλονιστικού απρόοπτου αποτελεί έναν οδηγό που θα πρωταγωνιστεί για τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία στην F1, ενώ ως γέννημα θρέμμα της Ferrari – γεγονός που του δίνει την εύνοια του ιταλικού τύπου, ο οποίος πολλές φορές επηρεάζει πρόσωπα και καταστάσεις στην Σκουντερία – έχει και μεγάλη εμπορική σημασία για την Ferrari σαν οργανισμό.














































Υπάρχει και ο αντίλογος, όμως: ο Γερμανός τετράκις παγκόσμιος για πολλούς αποτελεί “καμένο χαρτί”, αφού είχε την ευκαιρία του – και την έχασε – τις χρονιές 2017 και κυρίως το 2018, ενώ το enfant terrible από το Μονακό είναι μόλις στην δεύτερη χρονιά του στο σπορ και δεν έχει δοκιμαστεί σε συνθήκες πρωταθλητισμού και κυρίως, της πίεσης που έρχεται ως μέρος αυτού του πακέτου – η οποία πίεση, αξίζει να θυμηθούμε, είναι δεκαπλάσια όταν φοράς την κόκκινη φόρμα με το Prancing Horse πάνω δεξιά.
















































































































If you ask me, τα πράγματα είναι απλά: ο Sebastian Vettel πήρε την ευκαιρία του να οδηγήσει την Scuderia στην Γη της Επαγγελίας – και απέτυχε, ενώ και η ηλικία του, όπως και το γεγονός πως μεγάλο μέρος οπαδών και τύπου δεν πρόκειται ποτέ να τον ξαναδεί ως μια βιώσιμη επιλογή για #1 οδηγό, γείρουν οριστικά την πλάστιγγα προς την μεριά του Charles Leclerc, πριν καν αναφερθούν η ηλικία του ή/και το ολοφάνερα πηγαίο ταλέντο του.














































Αυτή η επιλογή – με δεδομένο το παζάρι που θα γίνει το 2021 στους οδηγούς – είναι μία με πολύ μικρό περιθώριο λάθους για την Ferrari. Και όταν στην απέναντι μεριά του ρίνγκ έχεις την μεγαλύτερη (και με αριθμούς σε λίγους μήνες) δυναστεία στην ιστορία της F1 και έναν πιλότο ο οποίος μετά το τέλος της καριέρας του στην F1 μάλλον θα έχει ξαναγράψει όλα τα βιβλία των ρεκόρ, το περιθώριο λάθους είναι ανύπαρκτο.




















































































































































+1: Μπορεί εκτός πίστας η είδηση του τριημέρου να ήταν η αναβίωση της McLaren Mercedes, ενός ιστορικού ονόματος, αλλά και εντός αυτής οι McLaren τράβηξαν την προσοχή: στην εκκίνηση ο 5ος Carlos Sainz πέρασε άνετα (!) τον Valtteri Bottas και επιτέθηκε στον Lewis Hamilton: μπορεί να μην τα κατάφερε, όπως και δεν κατάφερε να κρατήσει τα φυσιολογικά ανώτερα μονοθέσια των Bottas-Verstappen-Albon από πίσω του, αλλά η best of the rest 6η θέση είναι ένα εξαιρετικό επίτευγμα. Ομοίως και για τον Lando Norris, ο οποίος τερμάτισε 8ος, παρόλο που το timing του αυτοκινήτου ασφαλείας δεν τον βοήθησε καθόλου, φέρνοντας έτσι την McLaren για πρώτη φορά από το 2014 πάνω από τους 100 βαθμούς στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών. Μπορεί ένα πρωταθληματικό μονοθέσιο να είναι ακόμα μακριά, αλλά η φετινή πορεία αποδεικνύει πως από το Woking δεν λείπει ούτε η τεχνογνωσία ούτε οι εγκαταστάσεις (δεν ονομάζουν τα κεντρικά της Spaceship για το τίποτα) – λείπει η υποστήριξη από προμηθευτή κινητήρων η οποία θα ανεβάσει επίπεδο την ομάδα.












































































+2 Και ο Christian Horner αλλά και ο Helmut Marko έχουν αναφερθεί πολλάκις στο υπόλοιπο της σεζόν ως μια μεγάλη δοκιμή για το ποιος μεταξύ των Albon – Gasly θα αναλάβει να φυλάει τα νώτα του Max Verstappen το 2020, δεδομένης και της διαχρονικής επιθυμίας της Red Bull να παίρνει παιδιά από το δικό της φυτώριο (άσχετα αν έχει στερέψει τελείως πλέον), και η εκπληκτική εμφάνιση του Alexander Albon επί ρωσικού εδάφους σίγουρα του έδωσε πόντους: παρά το γεγονός πως εκκίνησε από το pitlane λόγω προγραμματισμένης αλλαγής κομματιών του κινητήρα του - ας μην ξεχνάμε ποια εταιρεία έχει εντός έδρας αγώνα σε 2 εβδομάδες - κατάφερε να περάσει όποιον βρει μπροστά του και να καταφέρει να βρεθεί για 4η φορά στις πρώτες 6 θέσεις σε ισάριθμες εκκινήσεις με την RBR – κάνοντας, δηλαδή, ακριβώς αυτό που δυσκολευόταν να επιτύχει ο προκάτοχος του.














































Επόμενος αγώνας: Σουζούκα, η μοναδική πίστα “οχτάρι” στο καλεντάρι, τόπος που έκρινε αμέτρητα αξέχαστα πρωταθλήματα (1988, 1989, 2000), εντός έδρας αγώνας της (μεγάλης χορηγού) Honda, και μια από τις πιο τεχνικές πίστες: η Red Bull θέλει σίγουρα ένα καλό αποτέλεσμα εδώ, ενώ και η Mercedes θέλει να επικυρώσει ουσιαστικά την κυριαρχία της σε μία ακόμα χρονιά της υβριδικής εποχής.