Ήταν 24 Μαρτίου 1991, όταν 60.000 (κυρίως) Βραζιλιάνοι γέμισαν πλήρως το Autódromo José Carlos Pace – το οποίο πήρε την ονομασία του προς τιμήν του αδικοχαμένου Pace – για να θαυμάσουν 26[i] από τους καλύτερους οδηγούς του κόσμου – ή, για να το θέσουμε καλύτερα, 25 οδηγούς και τον Ayrton Senna, ο οποίος λατρευόταν σαν Θεός από μεγάλο μέρος της χώρας του. Μπορεί να μην ήταν ο πρώτος Βραζιλιάνος πρωταθλητής στο σπορ (Fittipaldi), μπορεί να μην ήταν καν ο μόνος Βραζιλιάνος πρωταθλητής στο grid (υπήρχε και ο Nelson Piquet[ii]), αλλά για τους περισσότερους συμπατριώτες του υπήρχε αυτός και μόνο αυτός στην πίστα.

Το εύρος της λατρείας των Βραζιλιάνων για τον Senna παραμένει ακόμα και σήμερα δύσκολο να κατανοηθεί: μπορεί ο Emerson Fittipaldi να ήταν ο πρώτος ο οποίος γνώρισε στην χώρα του την Formula 1[iii], αλλά ο Senna αποτελούσε το κάτι άλλο. Ευρισκόμενος σε μια εποχή που η F1 σαν άθλημα έκανε την πρώτη επέκταση της πέραν της κλασσικής ευρωπαϊκής βάσης της, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν ο πρώτος σε μια σειρά «παγκόσμιων» σούπερ σταρ η οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα[iv].

Οι κύριες εστίες των φανατικών του ήταν στην Ιαπωνία (όπου λόγω της Honda είχε τεράστιο αντίκτυπο) και φυσικά στην Βραζιλία[v]. Ειδικά στην πατρίδα του, όπου η συνεχής επιθυμία των Βραζιλιάνων να βρίσκουν ήρωες στα επιμέρους αθλήματα τους, μαζί με την έμφυτη χαρισματικότητα που είχε ο Senna, είχαν φτιάξει έναν μύθο γύρω από το πρόσωπο του ο οποίος συνήθως υπήρχε σε πρόσωπα που είχαν φύγει από την ζωή[vi].

Ήταν φυσικό, λοιπόν, ο κόσμος στις κερκίδες να περιμένει τον τοπικό ήρωα να νικήσει, παρά το γεγονός ότι δεν το είχε ακόμα καταφέρει στα 8 χρόνια του στην F1. Ακόμα πιο απίστευτο είναι το γεγονός πως παρά τις 3 pole position τα προηγούμενα 3 χρόνια, ο Senna είχε 2 εγκαταλείψεις και έναν τερματισμό δυο γύρους πίσω από τον νικητή, μια τύχη που φαίνεται γενικότερα να κυνηγάει Βραζιλιάνους αθλητές όταν αγωνίζονται μπροστά στους συμπατριώτες τους – ρωτήστε και την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου τους[vii].

Για αυτό τον λόγο, μια ακόμα pole δεν έφερε ιδιαίτερους πανηγυρισμούς – ακόμα και όταν ο άσπονδος εχθρός του Senna, Alain Prost, πλασαρίστηκε μόλις 6ος, πάνω από 1 δευτερόλεπτο πίσω του.


Ήταν μόλις ο δεύτερος αγώνας της σεζόν, αλλά κάποια πράγματα σχετικά με την δυναμικότητα των ομάδων είχαν ήδη φανεί: o Gerhard Berger δεν ήταν στο επίπεδο του Senna, η Williams είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα πρώτα στάδια ενός τεχνολογικού θαύματος – αλλά δεν ήταν εκεί ακόμα, και ο Alain Prost (του οποίου η αντιπαλότητα με τον Ayrton μονοπωλούσε ουσιαστικά το ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια) δεν είχε μετά από πολύ καιρό μονοθέσιο το οποίο πήγαινε για τίτλο.[viii]
Συνεπώς, ο δρόμος για τον τρίτο τίτλο του Βραζιλιάνου (και σίγουρα τον λιγότερο αμφιλεγόμενο) ήταν ανοιχτός – αλλά προείχε η πρώτη του νίκη εντός έδρας, την οποία σίγουρα ήθελε όσο τίποτε άλλο…

…και αρχικά όλα πηγαίνανε σύμφωνα με το σχέδιο: η εκκίνηση του Senna ήταν εξαιρετική, και σε συνδυασμό με τις μάχες στις πίσω θέσεις κατάφερε να έχει μια διαφορά ασφαλείας 3 δευτερολέπτων μετά από τους πρώτους 8 γύρους, διαφορά η οποία διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα μέχρι τον πρώτο γύρο των pitstops – εκεί όπου ο Mansell, βλέποντας το κιβώτιο ταχυτήτων του να μην παίρνει μπροστά μετά από την στάση του, έχασε πάνω από 7 δευτερόλεπτα, πέφτοντας τέταρτος στην κατάταξη και εκμηδενίζοντας τις πιθανότητες νίκης του.

Το τελειωτικό χτύπημα για τον Il Leone ήρθε όμως στον 60ο γύρο: ενώ είχε διαλέξει την 4η ταχύτητα στο ημιαυτόματο κιβώτιο του, ο μηχανισμός της Williams είχε άλλα σχέδια, επιλέγοντας την πρώτη (!), ένα συμβάν που φυσιολογικά «σκότωσε» τον κινητήρα της Renault και έδωσε τέλος στον αγώνα του – με την δεύτερη συνεχόμενη εγκατάλειψη της Williams από πρόβλημα στο ριζοσπαστικό ημιαυτόματο κιβώτιο της (το οποίο «φορούσαν» μόνο αυτή και η Ferrari από το 1989 – όλες οι άλλες ομάδες είχαν ακόμα την κλασική αλλαγή ταχυτήτων με μοχλό) να οδηγεί πολλούς «ειδικούς» να προδικάσουν την τεχνολογία ως αποτυχημένη, λίγο ειρωνικό άμα σκεφτεί κανείς τι θα γινόταν λίγα χρόνια μετά…[ix]


Πίσω στην Βραζιλία του 1991 όμως, οι Βραζιλιάνοι άρχισαν να παραληρούν στις εξέδρες, βλέποντας το είδωλο τους να βρίσκεται έναν αιώνα μπροστά από τον δεύτερο Patrese και να έχει μερικούς χαλαρούς γύρους πριν περάσει την καρό σημαία πρώτος…

…αλλά αυτό που δεν ξέρανε ήταν ότι κατά την διάρκεια του δεύτερου pitstop του, ο Senna κατάλαβε πως είχε χάσει την 4η ταχύτητα στο μονοθέσιο του – μερικούς γύρους αργότερα, σχεδόν ταυτόχρονα με την εγκατάλειψη του Mansell, η 3η και η 5η ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Μπορεί ο Βραζιλιάνος να χρησιμοποιούσε μη σειριακό κιβώτιο (άρα να μπορούσε να πάει π.χ από την 2α στην 6η) αλλά οι υψηλές στροφές του κινητήρα της Honda του έδιναν μια μόνο επιλογή: να παραμείνει στην υψηλότερη διαθέσιμη ταχύτητα και να προσπαθήσει να κρατήσει τις στροφές του κινητήρα όσο πιο ψηλά γίνεται.

«Πατούσα τόσο απαλά το γκάζι στα αργά κομμάτια της πίστας που πολλές φορές ο κινητήρας πήγε να σβήσει» ανέφερε για εκείνο το κομμάτι του αγώνα, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να ψιχαλίζει[x], ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο το επίπεδο της δυσκολίας του εγχειρήματος.
Την ίδια στιγμή, το pitwall της Williams ανέφερε στον Riccardo Patrese πως οι χρόνοι του Senna είχαν πέσει κατακόρυφα, και ο βετεράνος Ιταλός, που είχε και τα δικά του προβλήματα με το κιβώτιο – για λόγους αξιοπιστίας, η Williams είχε αφαιρέσει την 6η ταχύτητα από τα μονοθέσια της πριν τον αγώνα! – κατάλαβε πως είχε μια τεράστια ευκαιρία για την νίκη, και άρχιζε να μειώνει ραγδαία την διαφορά του από τον πρωτοπόρο Senna
o οποίος είχε φτάσει στα όρια του: η 6η ταχύτητα στο κιβώτιο σήμαινε πως έπρεπε στις στροφές να φρενάρει από πολύ μακριά χωρίς την βοήθεια των αλλαγών σε μικρότερη ταχύτητα, μεγαλώνοντας την (ήδη μεγάλη) καταπόνηση του, η οποία δεν είχε βοηθηθεί και από ένα λάθος των μηχανικών του, οι οποίοι είχαν δέσει πολύ σφιχτά την ζώνη του, δυσκολεύοντας ακόμα και την αναπνοή του.

Ο ρυθμός των δύο πρωτοπόρων σήμαινε πως στον τελευταίο γύρο, o Patrese θα βρισκόταν σε απόσταση βολής – αλλά ένα ακόμα πρόβλημα στο κιβώτιο ταχυτήτων του Ιταλού (το οποίο έχανε και αυτό ταχύτητες), σε συνδυασμό με έναν εξαιρετικό γύρο του Senna, ήταν αρκετά για να δώσουν στον δεύτερο την ευκαιρία να περάσει πρώτος την γραμμή εκκίνησης-τερματισμού, μόλις 3 δευτερόλεπτα μπροστά από τον οδηγό της Williams.

H έκταση της νίκης του (και κυρίως της προσπάθειας του), έγινε φανερή μετά από τον τερματισμό: ενώ γύρω του οι συμπατριώτες του στην πίστα και τις κερκίδες πανηγύριζαν, ο ίδιος είχε σταματήσει την ΜΡ4/6 στην άκρη του δρόμου, μην έχοντας το κουράγιο να συνεχίσει να την κρατάει ζωντανή – και μετά, χρειάστηκε βοήθεια για να βγει από το κόκπιτ και να ανεβεί στο βάθρο, δείγμα της απίστευτης κούρασης του.


Στον απλό θεατή, η (δεύτερη συνεχόμενη) νίκη του Βραζιλιάνου χωρίς να χάσει ούτε γύρο την πρωτοπορία θα φαινόταν απλή, αφού δεν απειλήθηκε σχεδόν σε κανένα σημείο του αγώνα από τα άλλα μονοθέσια, και πραγματικά, οι τηλεθεατές (και οι σχολιαστές) δεν είχαν εικόνα από τα μηχανικά προβλήματα του Senna, αποδίδοντας την πτώση της απόδοσης του στα ελαστικά.
Ήταν κάθε άλλο παρά απλή όμως, ειδικά παίρνοντας υπόψιν τις συνθήκες εκείνης της εποχής: τα μονοθέσια ήταν πιο «ωμά», και πιο δύσκολα στην οδήγηση σε σύγκριση με τα σημερινά, ενώ και το επίπεδο της φυσικής κατάστασης των οδηγών απείχε πολύ από το σημερινό, αν και ο Senna αποτελούσε πρωτοπόρο σε αυτό τον τομέα[xi]. Και οδηγικά όμως, η νίκη του αποτελούσε άθλο: έπρεπε να κρατήσει τον κινητήρα του κοντά στις 11-12.000 στροφές ανά λεπτό κατά μήκος της πίστας, ακόμα και στις αργές στροφές του 2ου κομματιού της, ενώ είχε επίσης να διαχειριστεί και την ελαφριά βροχή (η οποία έκανε πιο γλιστερό το οδόστρωμα) μαζί φυσικά με την άνοδο του Patrese πίσω του.

«Γύρισα πίσω στην πραγματικότητα όταν πέρασα την γραμμή του τερματισμού…τότε, παρά την κούραση, ένιωσα χαρούμενος που είμαι ζωντανός, στο Ιντερλάγκος, στην πατρίδα μου και με χαρούμενους τους συμπατριώτες μου στις εξέδρες. Εάν αυτό ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσω για να πάρω την πρώτη μου νίκη εδώ, ήταν μικρό» κατάφερε να ψελλίσει στους δημοσιογράφους μετά από την τελετή στο πόντιουμ.

Μεγάλο μέρος του μύθου που περιβάλλει τον Ayrton Senna (και είναι το μηχανοκίνητο αντίστοιχο του Diego Armando Maradona) προέρχεται από την έμφυτη ικανότητα του να κάνει κάτι «μαγικό», μια εμφάνιση η οποία δεν έχει λογική ή φυσική εξήγηση[xii] - και σε πολλές από αυτές, ως βαθιά θρησκευόμενος, επικαλούταν τον Θεό για την νίκη του.

Εδώ πέρα δεν υπήρχε κάτι τέτοιο – όχι επειδή ξαφνικά άλλαξε ο χαρακτήρας του Βραζιλιάνου, αλλά επειδή η κούραση, η υπερπροσπάθεια και στο τέλος η δικαίωση του ήταν καθαρά μια υπέρβαση των δικών του ορίων.



[i] Στην πραγματικότητα οι οδηγοί ήταν 34, αλλά οι τελευταίοι 8 είτε δεν πέρασαν από το pre-qualifying είτε οι ομάδες τους δεν έφεραν καν μονοθέσιο στην Βραζιλία.
[ii] Το να θεωρήσουμε τον Piquet λαοφιλή θα ήταν…αναληθές, για να το θέσω κομψά.
[iii] Το πρωτάθλημα που κέρδισε το 1972, αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την διεξαγωγή Βραζιλιάνικου GP από την επόμενη χρονιά.
[iv] Κατά χρονολογική σειρά: Senna, Schumacher, Alonso, Hamilton.
[v] Στην Ευρώπη, ο Γαλλικός (λόγω Prost) και ο Αγγλικός (λόγω της κατάστασης με τον Warwick το 1986) τύπος ήταν συνήθως εναντίον του.
[vi] Σε τέτοιο σημείο, που όταν έπεσε επίτηδες αφρενάριστος πάνω στον Prost την προηγούμενη χρονιά, μεγάλο μέρος των φίλων της F1 είδε εκείνη την πράξη ως «ηρωική» και «αντίδραση απέναντι στο κατεστημένο».
[vii] Βλέπε τις ήττες στα Μουντιάλ από Ουρουγουάη το 1950 και το 7-1 από την Γερμανία το 2014.
[viii] Και αυτή η (μη) ανταγωνιστικότητα του μονοθεσίου της Ferrari τον οδήγησε σε κάποια απαξιωτικά σχόλια προς το τέλος της χρονιάς, οδηγώντας στην αποπομπή του από το Μαρανέλλο.
[ix] Στο τέλος της «ηλεκτρονικής» εποχής της F1, η Williams είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο εξέλιξης που είχε σύστημα πλήρως αυτόματης αλλαγής ταχυτήτων έτοιμο και δοκιμασμένο – αλλά ο αποκλεισμός όλων των βοηθημάτων από το 1994 σταμάτησε το project πριν βγει επίσημα στην πίστα.
[x] Όχι πως πείραζε τον Senna, ο οποίος ήταν φημισμένος για τις εμφανίσεις του στο βρεγμένο.
[xi] Πραγματικά, ο Senna ήταν ιστορικά ο πρώτος οδηγός που πρόσεχε, έστω και λίγο, την φυσική του κατάσταση, μέχρι να έρθει ο Michael Schumacher μερικά χρόνια αργότερα και να μετατρέψει τους οδηγούς σε αθλητές τριάθλου.
[xii] Μια ικανότητα που πέρα από αυτόν, είχαν μόνο ο Gilles Villeneuve και ο Jimmy Clark.